Μετάβαση στο περιεχόμενο

τόμος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τόμος οι τόμοι
      γενική του τόμου των τόμων
    αιτιατική τον τόμο τους τόμους
     κλητική τόμε τόμοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Μερικοί από τους τόμους μιας εγκυκλοπαίδειας.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τόμος < αρχαία ελληνική τόμος < τέμνω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τόμος αρσενικό

  1. το καθένα από τα δεμένα βιβλία που αποτελούν ένα ενιαίο σύγγραμμα (μυθιστόρημα, επιστημονικό έργο, εγκυκλοπαίδεια κλπ)
    παράδειγμα  ο πρώτος τόμος της εγκυκλοπαίδειας αυτής έχει τα λάμματα από Α έως ΑΚΑ
      Κλείνοντας τόν τόμο, εἶχα τήν αἴσθηση ὅτι, ἐκτός ὅλων τῶν ἄλλων, ἀποτελεῖ καί ἕνα ρέκβιεμ. Ἕνα ρέκβιεμ γιά πολλούς. Ρέκβιεμ, βέβαια, γιά τόν μεγάλο οὐμανιστή ἐκδότη καί τούς φίλους πού ἔφυγαν. Ἔπειτα, γιά τό δημιούργημά του, τά Κείμενα, ἀκόμα καί γιά τό χῶρο ὅπου στεγάστηκαν (Νέα Εστία, τεύχος 1766, Ι.Δ. Κολλάρος και Σια, 2004, σελ. 634)
  2. (πληροφορική) volume: διαμέρισμα (partition) που έχει διαμορφωθεί με ένα σύστημα αρχείων (file system)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τόμος οἱ τόμοι
      γενική τοῦ τόμου τῶν τόμων
      δοτική τῷ τόμ τοῖς τόμοις
    αιτιατική τὸν τόμον τοὺς τόμους
     κλητική ! τόμε τόμοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τόμω
γεν-δοτ τοῖν  τόμοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τόμος < τέμνω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τόμος, -ου αρσενικό

  1. τεμάχιο, κομμάτι, τμήμα
  2. τεμάχιο γης
  3. (ελληνιστική κοινή)
    1. δοκός, δοκάρι
    2. χειρόγραφο από πάπυρο ή περγαμηνή τυλιγμένο γύρω από ράβδο, κύλινδρος
    3. βιβλίο που αποτελεί μέρος μεγαλύτερου συγγράμματος

Παράγωγα

[επεξεργασία]