τόμος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | τόμος | οι | τόμοι |
| γενική | του | τόμου | των | τόμων |
| αιτιατική | τον | τόμο | τους | τόμους |
| κλητική | τόμε | τόμοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τόμος < αρχαία ελληνική τόμος < τέμνω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τόμος αρσενικό
- το καθένα από τα δεμένα βιβλία που αποτελούν ένα ενιαίο σύγγραμμα (μυθιστόρημα, επιστημονικό έργο, εγκυκλοπαίδεια κλπ)
ο πρώτος τόμος της εγκυκλοπαίδειας αυτής έχει τα λάμματα από Α έως ΑΚΑ- ※ Κλείνοντας τόν τόμο, εἶχα τήν αἴσθηση ὅτι, ἐκτός ὅλων τῶν ἄλλων, ἀποτελεῖ καί ἕνα ρέκβιεμ. Ἕνα ρέκβιεμ γιά πολλούς. Ρέκβιεμ, βέβαια, γιά τόν μεγάλο οὐμανιστή ἐκδότη καί τούς φίλους πού ἔφυγαν. Ἔπειτα, γιά τό δημιούργημά του, τά Κείμενα, ἀκόμα καί γιά τό χῶρο ὅπου στεγάστηκαν (Νέα Εστία, τεύχος 1766, Ι.Δ. Κολλάρος και Σια, 2004, σελ. 634)
- (πληροφορική) volume: διαμέρισμα (partition) που έχει διαμορφωθεί με ένα σύστημα αρχείων (file system)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | τόμος | οἱ | τόμοι |
| γενική | τοῦ | τόμου | τῶν | τόμων |
| δοτική | τῷ | τόμῳ | τοῖς | τόμοις |
| αιτιατική | τὸν | τόμον | τοὺς | τόμους |
| κλητική ὦ! | τόμε | τόμοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | τόμω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | τόμοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τόμος < τέμνω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τόμος, -ου αρσενικό
- τεμάχιο, κομμάτι, τμήμα
- τεμάχιο γης
- (ελληνιστική κοινή)
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- τόμος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Πληροφορική (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)