Μετάβαση στο περιεχόμενο

da

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /daː/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: da

Επίρρημα

[επεξεργασία]

da (de)

  1. εκεί
    παράδειγμα Da ist die Toilette.
         Εκεί είναι η τουαλέτα.
     συνώνυμα: dort
  2. εδώ
    παράδειγμα Ich bin da.
         Είμαι εδώ.
     συνώνυμα: hier
  3. τότε
    παράδειγμα Von da an lebten sie glücklich und zufrieden.
         Από τότε ζούσαν ευτυχισμένοι και ικανοποιημένοι.
  4. περαιτέρω χρήση
    παράδειγμα Die Vase ist kaputt. - Da kann man nichts mehr machen.
         Το βάζο έχει σπάσει. - Δεν γίνεται πια τίποτα.

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

da (de)

  • επειδή
    παράδειγμα Da ich nicht weiß, wer Sie sind, werde ich Ihnen meine Adresse nicht geben.
         Επειδή δεν ξέρω ποιος είστε, δεν θα σας δώσω τη διεύθυνσή μου.



Διεθνείς όροι (uni)

[επεξεργασία]

Σύμβολο

[επεξεργασία]

da

  • συντομογραφία του προθήματος μονάδας deca- / deka-



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Πρόθεση

[επεξεργασία]

da (eo)



Ιαπωνικά (ja)

[επεξεργασία]

Μεταγραφή

[επεξεργασία]

da (rōmaji) 



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Πρόθεση

[επεξεργασία]

da (it)

  1. από, εκ, εξ
  2. μένω (στου γιάννη)
  3. για
  4. με
  5. σαν
  6. σαν επιρρηματική έκφραση : από κοντά, από μακριά

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Κροατικά (hr)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

da (hr)



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

da (ro)



Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

da (sr)

  • λατινική γραφή του да



Σερβοκροατικά (sh)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

da (sh)



Σλοβενικά (sl)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

da (sl)