Μετάβαση στο περιεχόμενο

come to

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας come to
γ΄ ενικό ενεστώτα comes to
αόριστος came to
παθητική μετοχή come to
ενεργητική μετοχή coming to

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
come to <  δείτε τις λέξεις come και to

come to (en)

  • (χωρίς παθητική φωνή) έρχομαι, περιέρχομαι, περνάω, για ιδέα ή σκέψη, κάτι μου έρχεται στο μυαλό
    παράδειγμα  His name will come to me in a minute.
    Θα μου έρθει το όνομά του σε ένα λεπτό.
    παράδειγμα  It came to my knowledge that…
    Περιήλθε σε γνώση μου ότι…
    παράδειγμα  When this idea came to me…
    Όταν μου πέρασε αυτή η ιδέα…
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη occur to