Μετάβαση στο περιεχόμενο

tuo

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
tuo < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τοῦτος < αρχαία ελληνική οὗτος

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

tuo (tùo)