tide
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| tide | tides |
tide (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η παλίρροια
The two phases of the tide are high tide and low tide.
- Οι δύο φάσεις της παλίρροιας είναι η πλημμυρίδα και η άμπωτη.
Is the tide coming in or going out?
- Η παλίρροια ανεβαίνει ή κατεβαίνει;
We'll swim back to the beach before the tide turns.
- Θα κολυμπήσουμε πίσω στην παραλία πριν αλλάξει η παλίρροια.
The body was washed up on the beach by the tide.
- Η παλίρροια ξέβρασε το πτώμα στην ακτή.
the ebb of the tide - η άμπωτη
What time is the tide in?/What time is low tide?
- Τι ώρα έχει άμπωτη;
the flow of the tide - η πλημμυρίδα
What time is the tide out?/What time is high tide?
- Τι ώρα έχει πλημμυρίδα;
- (συνήθως ενικός) το ρεύμα, το κύμα, η κατεύθυνση προς την οποία φαίνεται να κινείται η γνώμη μεγάλου αριθμού ανθρώπων
It takes courage to speak out against the tide of (public) opinion.
- Θέλει θάρρος να μιλήσεις ενάντια στο ρεύμα της κοινής γνώμης.
There is a growing tide of opposition to the idea.
- Υπάρχει ένα ολοένα και μεγαλύτερο κύμα αντίδρασης στην ιδέα.
- (συνήθως ενικός) το κύμα, μεγάλη ποσότητα από κάτι δυσάρεστο που αυξάνεται και είναι δύσκολο να ελεγχθεί
There is anxiety about the rising tide of crime.
- Υπάρχει ανησυχία για το αυξανόμενο κύμα εγκληματικότητας.
Measures have been taken to stem the tide of pornography.
- Έχουν ληφθεί μέτρα για να ανακοπεί το κύμα πορνογραφίας.
- (μόνο ενικός) το κύμα, συναίσθημα που μου έρχεται ξαφνικά και γίνεται όλο και πιο έντονο
A tide of rage surged through her.
- Ένα κύμα οργής την κατέκλυσε.
They were carried along on a tide of euphoria.
- Παρασύρθηκαν από ένα κύμα ευφορίας.