from now on
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fɹɒm naʊ̯ ɒn/
Έκφραση
[επεξεργασία]from now on (en) (ιδιωματισμός)
- πια, πλέον, από δω και μπρος/πέρα
This is the only certainty from now on.
- Αυτό πια είναι το μόνο σίγουρο.
From now on, I can see them daily.
- Μπορώ πλέον να τους βλέπω καθημερινά.
From then on, we last track of him.
- Από τότε πλέον χάσαμε τα ίχνη του.
From now on/From here on (out), you will be continuing by yourselves.
- Από δω και πέρα θα συνεχίσετε μόνοι σας.
From here on, the path goes uphill.
- Από δω και πέρα το μονοπάτι ανηφορίζει.